Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Η ΚΑΛΥΒΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ




Έχω μια καλύβα, μικρή και ξύλινη και νοικοκύρης της είμαι εγώ.

 


Η φτωχική καλύβα είναι σχεδόν...ερειπωμένη. Βροχές, θύελλες, καταιγίδες, σεισμοί την έχουν αποκάμει. Ο μανιασμένος αέρας την κουνάει σαν καλάμι. Τα σπασμένα σανίδια της τρίζουν στις άγριες καταιγίδες και μέσα από τις χαραμάδες μπαίνει άφθονο νερό και παγωμένος αέρας.

Η μικρή μου καλύβα δεν φημίζεται για την καθαριότητά της. Θα μπορούσε να ήταν πιο καθαρή. Όμως εγώ δεν την φροντίζω - γιατί με έχει κυριεύσει η ραθυμία και η αμέλεια. Γι' αυτό είναι βρομερή και ακάθαρτη.

Όπως, όμως, Κύριε μπήκες μέσα στο στάβλο της Βηθλεέμ, έτσι και τώρα. Έρχεσαι και πάλι και μου ζητάς διακριτικά να μείνεις στη φτωχική καλύβα της ψυχής μου.

Πώς μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μου, Χριστέ μου ; Η επίσκεψή Σου με ξαφνιάζει και η τιμή της συγκατάβασής Σου με συνεγείρει και με σπρώχνει να πάρω την μεγάλη απόφαση.

Κύριε έλα . Κι εγώ ο φτωχός, ο αμελής και ράθυμος θα ριχτώ στη δουλειά, θα σου κτίσω ένα καινούργιο ανάκτορο. Θα το στρώσω με τάπητες ακριβούς. Θα το γεμίσω με λουλούδια και αρώματα. Θα κρεμάσω φώτα και θα το στολίσω με πίνακες.

Και στο σαλόνι του θα στεριώσω ένα θρόνο - και θα σε ικετεύσω :

Μεγάλε Βασιλιά ν' ανεβείς και να μείνεις για πάντα .. Σύντροφός μου , βασιλιάς μου και Θεός μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου